Το Δημοτικό Συμβούλιο της Τετάρτης 17 Ιουνίου χαρακτηρίστηκε – και όχι άδικα – ως το κρισιμότερο των τελευταίων ετών για τον Δήμο Κηφισιάς. Οι εξελίξεις γύρω από το φερόμενο κύκλωμα της Πολεοδομίας, οι επιπτώσεις του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ) και η ανακοίνωση που είχε εκδώσει κατά της Δημοτικής αρχής η παράταξη Δύναμη Ελπίδας Συμμαχία Πολιτών, του πρώην Δημάρχου Γιώργου Θωμάκου είχαν ανεβάσει το πολιτικό θερμόμετρο στα ύψη.
Κι όμως, από αυτή τη συνεδρίαση απουσίαζε ο δημοτικός σύμβουλος της παράταξης Δύναμη Ελπίδας Συμμαχία Πολιτών Σταύρος Ζαπάντης.
Πρόκειται για τον αυτοδιοικητικό που τα τελευταία χρόνια είχε αναδείξει τον αγώνα κατά του ΝΟΚ σε κεντρικό στοιχείο της δημόσιας παρουσίας του. Συμμετείχε σε κινητοποιήσεις, κρατούσε πανό σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ασκούσε έντονη κριτική μέσω των κοινωνικών δικτύων και επανειλημμένα κατηγορούσε τη δημοτική αρχή του Δημάρχου Βασίλη Ξυπολυτά για ανεπαρκή αγωνιστική στάση απέναντι στον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό.
Είναι, επομένως, εύλογο να προκαλεί ερωτήματα το γεγονός ότι επέλεξε να μην παραστεί στο σημαντικότερο Δημοτικό Συμβούλιο που είχε ως βασικό αντικείμενο ακριβώς το ζήτημα του ΝΟΚ.
Πόσο οξύμωρο μπορεί να χαρακτηριστεί αντικειμενικά αυτό το γεγονός; Πώς ερμηνεύεται πολιτικά η απουσία ενός αυτοδιοικητικού που έχει αναγάγει ένα θέμα σε βασική προτεραιότητα της δημόσιας δράσης του; Και ποιες εντυπώσεις δημιουργεί αυτή η επιλογή στους δημότες;
Η απουσία του κ. Ζαπάντη από το κρίσιμο Δημοτικό Συμβούλιο έρχεται σε συνέχεια μίας ακόμη ενέργειάς του που προκάλεσε εντυπώσεις και αναπάντητα ερωτήματα. Συγκεκριμένα, έχει υποβάλει την παραίτησή του από τη θέση που κατείχε στην επιτροπή του Τοπικού Πολεοδομικού Συμβουλίου Κηφισιάς. Η κίνησή του αυτή έγινε μετά τα στοιχεία που παρουσίασε στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου στις 29 Απριλίου η αντιδήμαρχος Πολεοδομίας, Ελένη Βάρσου.
Τότε, μεταξύ άλλων, η κ. Βάρσου είχε κατηγορήσει τον κ. Ζαπάντη για όψιμη ευαισθησία, υπενθυμίζοντάς του ότι, επί της περιόδου κατά την οποία ο ίδιος συμμετείχε στη διοίκηση του Δήμου και, συγκεκριμένα, κατά τα έτη 2022–2023, εκδόθηκαν 391 οικοδομικές άδειες με χρήση των μπόνους του ΝΟΚ.
Παράλληλα, στο ίδιο Δημοτικό Συμβούλιο, η κ. Βάρσου είχε αναφέρει ότι, κατά την ίδια περίοδο, εγκρίθηκαν 305 κοπές δέντρων, σε μεγάλο βαθμό για την εξυπηρέτηση νέων οικοδομών, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα δέντρα δεν σχετίζονταν άμεσα με τον φέροντα οργανισμό των κτιρίων.
Μετά από αυτά τα γεγονότα ο κ. Σταύρος Ζαπάντης παραιτήθηκε από το Τοπικό Πολεοδομικό Συμβούλιο Κηφισιάς. Το Τ.Π.Σ.Κ δεν είναι ένα απλό όργανο. Οι αποφάσεις του έχουν βαρύνουσα σημασία για την πολεοδομική εικόνα της Κηφισιάς στο μέλλον και, εύλογα, διερωτάται κανείς πώς ένας δημοτικός σύμβουλος, που έχει διατελέσει Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και έχει αναγάγει τα ζητήματα δόμησης σε κορωνίδα της αντιπολιτευτικής του τακτικής, παραιτείται από μια τέτοια θέση. Υπάρχει λογική εξήγηση για αυτή την κίνησή του;
Σε ό,τι αφορά την απουσία του από το Δημοτικό Συμβούλιο της Τετάρτης 17 Ιουνίου, ο κ. Ζαπάντης είχε ενημερώσει τον Δήμο, με επιστολή του, ότι θα απουσίαζε. Σύμφωνα με πληροφορίες η απουσία του οφειλόταν σε υποχρέωση που είχε εκτός Αθηνών. Ωστόσο, γεννάται το ερώτημα πόσο ανυπέρβλητη ήταν αυτή η υποχρέωση, ώστε να μην μπορεί να μετατεθεί, δεδομένου ότι η ημερομηνία διεξαγωγής του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν γνωστή αρκετές ημέρες νωρίτερα και είχαν σταλεί και όλες οι σχετικές προσκλήσεις.
Η κοινή λογική αλλά και η πολιτική πρακτική υπαγορεύουν ότι, σε ένα τόσο κρίσιμο Δημοτικό Συμβούλιο, ένας εκλεγμένος εκπρόσωπος οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να είναι παρών. Μια σοβαρή αιτία υγείας θα μπορούσε προφανώς να αποτελέσει απολύτως δικαιολογημένο λόγο απουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ευτυχώς, δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα. Ως εκ τούτου, η επίκληση υποχρέωσης είναι αναμενόμενο να προκαλεί πολιτικά ερωτήματα.
Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικοί κρίνονται πρωτίστως από τις πράξεις τους. Όταν, όμως, ένας αυτοδιοικητικός πρωταγωνιστεί επί μακρόν σε ανακοινώσεις, καταγγελίες και δημόσιες παρεμβάσεις για ένα συγκεκριμένο θέμα, η απουσία του από τη σημαντικότερη συνεδρίαση που αφορά το ίδιο ζήτημα είναι αναπόφευκτο να προκαλεί συζήτηση. Τα συμπεράσματα ανήκουν στους δημότες.


