Έντονη συζήτηση έχει προκαλέσει στην Κηφισιά η απόφαση του πρώην Δημάρχου Γιώργου Θωμάκου να καταθέσει μήνυση, συνοδευόμενη από αγωγή αποζημίωσης, κατά του Σπύρου Αβραμάκου, πολίτη που παρευρισκόταν στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Τετάρτης 17 Ιουνίου.
Η μήνυση αφορά το αδίκημα της «δημόσιας κατ’ επανάληψη εξύβρισης» και, σύμφωνα με όσα έκανε γνωστά ο ίδιος ο κ. Θωμάκος, υποβλήθηκε στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας.
Η εξέλιξη αυτή, ανεξάρτητα από τη δικαστική της διάσταση, έχει ανοίξει έναν ευρύτερο δημόσιο διάλογο σχετικά με τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και της δημόσιας κριτικής. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η προσφυγή στη Δικαιοσύνη απέναντι σε έναν πολίτη για όσα ειπώθηκαν σε μια δημόσια συνεδρίαση συμβάλλει στην ενίσχυση της δημοκρατίας και της ενεργού συμμετοχής των πολιτών στα κοινά ή, αντίθετα, δημιουργεί αποτρεπτικό κλίμα.
Παράλληλα, προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι ο κ. Θωμάκος, ένας πολιτικός με πολυετή παρουσία στην αυτοδιοίκηση, ο οποίος κατά τη διάρκεια της πολιτικής του διαδρομής έχει ασκήσει επανειλημμένα έντονη και συχνά ιδιαίτερα σκληρή κριτική στους πολιτικούς του αντιπάλους, επέλεξε να κινηθεί νομικά εναντίον ενός πολίτη που εξέφρασε δημόσια την κριτική του.
Εξίσου εύλογα είναι και τα ερωτήματα που προκύπτουν σε σχέση με τη συμμετοχή των πολιτών στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου. Στελέχη της παράταξης του πρώην Δημάρχου είχαν απευθύνει δημόσιο κάλεσμα προς τους δημότες να παρακολουθήσουν τη συγκεκριμένη συνεδρίαση. Ποιο μήνυμα εκπέμπεται, όμως, όταν ένας από τους παρευρισκόμενους βρίσκεται αντιμέτωπος με μήνυση εξαιτίας όσων εξέφρασε; Θα αισθανθεί στο μέλλον ένας πολίτης ασφαλής να τοποθετηθεί δημόσια απέναντι σε έναν αιρετό, γνωρίζοντας ότι ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με δικαστικές διαδικασίες;
Η πολιτική αντιπαράθεση οφείλει να διεξάγεται με σεβασμό και εντός των ορίων που θέτει ο νόμος. Από την άλλη πλευρά, όμως, όσοι επιλέγουν να υπηρετήσουν τα κοινά και να διεκδικήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών γνωρίζουν ότι η δημόσια κριτική, ακόμη και όταν είναι ιδιαίτερα σκληρή, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας και της δημόσιας λογοδοσίας.
Το κατά πόσο η συγκεκριμένη επιλογή υπηρετεί τελικά τον δημόσιο διάλογο ή οδηγεί σε περαιτέρω όξυνση του πολιτικού κλίματος είναι ένα ερώτημα που, αναμφίβολα, θα συνεχίσει να απασχολεί την τοπική κοινωνία.


