Η πικροδάφνη το γνωστότερο καλλωπιστικό φυτό έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης, η οποία έχει προκύψει γύρω από την παρουσία της σε σχολεία, πεζοδρόμια και κοινόχρηστους χώρους, με τον Ε.Ο.Δ.Υ και τους περιβαλλοντολόγους να βρίσκονται σε θέση μάχη για την απομάκρυνση της ή όχι από τα συγκεκριμένα μέρη. Έτσι έχει δημιουργηθεί μία διελκυστίνδα ανάμεσα σε υγειονομικούς φορείς και επιστημονικούς οργανισμούς, φέρνοντας στο προσκήνιο το διαχρονικό δίλημμα μεταξύ πρόληψης και ρεαλιστικής διαχείρισης μιας κατάστασης.
Τι υποστηρίζει ο Ε.Ο.Δ.Υ
Από τη μία πλευρά, ο Ε.Ο.Δ.Υ επισημαίνει ότι η πικροδάφνη είναι ένα ιδιαίτερα τοξικό φυτό και ζητάει το ξήλωμα της από τις αυλές των σχολείων, καθώς υποστηρίζει όλα τα μέρη της περιέχουν ισχυρές καρδιοτοξικές ουσίες, όπως η ολεανδρίνη. Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας επισημαίνει πως η κατάποση ακόμη και μικρής ποσότητας μπορεί να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στον καρδιακό ρυθμό, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε καρδιακή ανακοπή. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για την έκθεση παιδιών, τα οποία μπορεί από περιέργεια να έρθουν σε επαφή με το φυτό. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η απομάκρυνσή της από χώρους υψηλής επισκεψιμότητας, όπως σχολεία και παιδικές χαρές, ως προληπτικό μέτρο.
Ποια η απάντηση των Επιστημονικών φορέων
Ωστόσο, η θέση αυτή αμφισβητείται έντονα από περιβαλλοντολόγους, γεωτεχνικούς και επιστημονικούς φορείς, όπως το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ) και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ). Όπως επισημαίνουν, η οδηγία για μαζική απομάκρυνση χαρακτηρίζεται «βεβιασμένη» και δεν συνοδεύεται από ολοκληρωμένη ανάλυση επικινδυνότητας. Αντίθετα, εκτιμούν ότι δημιουργεί αδικαιολόγητη ανησυχία στην κοινή γνώμη, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά δεδομένα.
Κομβικό σημείο στη συζήτηση αποτελεί η συχνότητα των περιστατικών δηλητηρίασης. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται ειδικοί, τα περιστατικά που σχετίζονται με φυτά είναι ελάχιστα σε σχέση με το σύνολο των δηλητηριάσεων, ενώ αυτά που αφορούν την πικροδάφνη είναι ακόμη πιο σπάνια. Παράλληλα, τονίζεται ότι η ιδιαίτερα πικρή γεύση του φυτού λειτουργεί αποτρεπτικά, μειώνοντας σημαντικά την πιθανότητα κατανάλωσης επικίνδυνης ποσότητας.
Τι θα σήμαινε η απομάκρυνση της πικροδάφνης από το αστικό περιβάλλον
Πέρα από τη διάσταση της υγείας, οι ειδικοί αναδεικνύουν και τον σημαντικό ρόλο της πικροδάφνης στο αστικό περιβάλλον. Πρόκειται για ένα φυτό εξαιρετικά ανθεκτικό στις δύσκολες συνθήκες των πόλεων, όπως η ξηρασία, η ατμοσφαιρική ρύπανση και οι υψηλές θερμοκρασίες. Έχει χαμηλές απαιτήσεις σε νερό και συντήρηση, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα κατάλληλο για αστικές φυτεύσεις. Επιπλέον, συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, στη συγκράτηση μικροσωματιδίων και στη στήριξη της τοπικής βιοποικιλότητας.
Οι επιστημονικοί φορείς προειδοποιούν ότι μια ενδεχόμενη μαζική απομάκρυνση της πικροδάφνης θα είχε πολλαπλές επιπτώσεις. Εκτός από το σημαντικό οικονομικό κόστος για τους δήμους, θα οδηγούσε σε υποβάθμιση του αστικού πρασίνου, σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές πολιτικές δίνουν έμφαση στην ενίσχυση των πράσινων υποδομών και την προσαρμογή των πόλεων στην κλιματική αλλαγή. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η πικροδάφνη αποτελεί διαχρονικό στοιχείο της μεσογειακής χλωρίδας και είναι ευρέως διαδεδομένη χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα απαγόρευσης σε άλλες χώρες.
Μια ρεαλιστική και ισορροπημένη πρόταση αντιμετώπισης του ζητήματος
Η υπόθεση της πικροδάφνης βάζει στο τραπέζι το διαχρονικό ερώτημα του πώς μπορεί να διασφαλιστεί η προστασία της υγείας χωρίς να υιοθετούνται υπερβολικά μέτρα που υπονομεύουν το περιβάλλον και τη βιωσιμότητα των πόλεων. Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στην ισορροπία, την επιστημονική τεκμηρίωση και την αποφυγή αποφάσεων που βασίζονται περισσότερο στον φόβο παρά στα δεδομένα.
Σε αυτή τη βάση αντί της οριζόντιας απομάκρυνσης, προτείνεται μια πιο ισορροπημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση. Αυτή περιλαμβάνει ενημέρωση των πολιτών και των σχολικών κοινοτήτων, σωστή συντήρηση και διαχείριση των φυτεύσεων, καθώς και στοχευμένες παρεμβάσεις σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος.


