Σοβαρές παραβάσεις στη λειτουργία ιδιωτικής κλινικής στη Βόρεια Ελλάδα διαπίστωσε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ), έπειτα από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε μετά από σχετική καταγγελία. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνεται η λειτουργία ογκολογικού τμήματος χωρίς να προβλέπεται στην άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της κλινικής.
Κατά την αυτοψία της ΕΑΔ διαπιστώθηκε ότι η κλινική διέθετε πλήρως εξοπλισμένο ογκολογικό τμήμα, παρότι η ισχύουσα άδεια δεν προέβλεπε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Το τμήμα λειτουργούσε με έναν μόνο ιατρό, πνευμονολόγο με εξειδίκευση στην ογκολογία του πνεύμονα, στον οποίο είχε παραχωρηθεί χώρος γραφείου. Ωστόσο, μεταξύ του ιατρού και της κλινικής δεν είχε συναφθεί έγγραφη σύμβαση.
Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση της Αρχής, η κλινική δεν απασχολούσε με σχέση εξαρτημένης εργασίας τους ιατρούς που είχαν την επιστημονική ευθύνη των τμημάτων της, ενώ δεν είχαν συναφθεί έγγραφες συμβάσεις ούτε με τους υπόλοιπους ιατρούς, κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας.
Ελλείψεις καταγράφηκαν και στο νοσηλευτικό προσωπικό, το οποίο κρίθηκε ανεπαρκές, ενώ δεν υπήρχε καθόλου προσωπικό σε ορισμένες από τις απαιτούμενες ειδικότητες, όπως αυτή του ακτινοδιαγνώστη.
Χωρίς ΜΕΘ η κλινική
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη λειτουργία Μονάδας Εντατικής Θεραπείας. Όπως διαπίστωσε η ΕΑΔ, η κλινική δεν διέθετε σε λειτουργία ΜΕΘ, παρότι αυτή προβλέπεται ως υποχρεωτική από τη νομοθεσία, με βάση τη δυναμικότητα που αναφέρεται στην άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της.
Στο πλαίσιο του ελέγχου εξετάστηκε και η δραστηριότητα του ιδιώτη πνευμονολόγου με εξειδίκευση στην ογκολογία του πνεύμονα, υπό την ευθύνη του οποίου λειτουργούσε το μη νόμιμο ογκολογικό τμήμα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της ΕΑΔ, ο συγκεκριμένος ιατρός συνταγογραφούσε από το 2022, από το ιατρείο που διατηρούσε στην κλινική, χημειοθεραπευτικά φάρμακα για ασθενείς του. Στη συνέχεια προχωρούσε στη χορήγησή τους στο ογκολογικό τμήμα, ενώ την προετοιμασία των φαρμάκων αναλάμβανε προσωπικό της κλινικής.
Παράλληλα, ασθενείς του συγκεκριμένου ιατρού εισάγονταν στην κλινική, κατόπιν εντολής άλλου ιατρού της, για ολιγοήμερη νοσηλεία. Όπως διαπιστώθηκε, οι διαγνώσεις με τις οποίες γινόταν η εισαγωγή τους δεν αφορούσαν μορφή κακοήθειας, ενώ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους χορηγούνταν συγκεκριμένα χημειοθεραπευτικά σκευάσματα.
Η ΕΑΔ χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα ευρήματα ως ενδείξεις υποβολής μη ορθών στοιχείων στον ΕΟΠΥΥ, προκειμένου να αποζημιωθούν νοσηλείες της κλινικής.
Είχε προηγηθεί έλεγχος το 2025
Η συγκεκριμένη κλινική είχε βρεθεί στο παρελθόν υπό έλεγχο, καθώς το 2025 είχε ελεγχθεί από την αρμόδια επιτροπή ελέγχου ιδιωτικών κλινικών της Περιφέρειας.
Η επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι η κλινική δεν διέθετε το απαιτούμενο νοσηλευτικό προσωπικό για την ασφαλή λειτουργία της. Ωστόσο, η ΕΑΔ επισημαίνει ότι στην έκθεση της συγκεκριμένης επιτροπής δεν καταγράφηκαν τα ευρήματα που προέκυψαν από τον δικό της έλεγχο, μεταξύ των οποίων και η παράνομη λειτουργία του ογκολογικού τμήματος.
Μάλιστα, σύμφωνα με την Αρχή, η αρμόδια Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας δεν προχώρησε στην οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής, παρά το γεγονός ότι υπήρχε εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής για οριστική διακοπή και αφαίρεση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας.
Η ΕΑΔ επισημαίνει επίσης ότι στις αρχές του 2026 είχε ήδη εκδοθεί η ανάκληση της Βεβαίωσης Καλής Λειτουργίας της κλινικής.
Οι εισηγήσεις της ΕΑΔ
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας εισηγήθηκε στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας την οριστική διακοπή λειτουργίας της κλινικής και την ανάκληση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της.
Παράλληλα, εισηγήθηκε την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων, καθώς και την ενημέρωση των ιδιωτικών κλινικών και των αρμόδιων επιτροπών ελέγχου για την ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης με την ισχύουσα νομοθεσία.
Η έκθεση ελέγχου διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να διερευνηθεί η ύπαρξη τυχόν ποινικών ευθυνών.
Παράλληλα, διαβιβάστηκε στον ΕΟΠΥΥ για τις δικές του ενέργειες αναφορικά με την ορθότητα των στοιχείων που υπέβαλε η κλινική για την αποζημίωση συγκεκριμένων νοσηλειών, καθώς και στον αρμόδιο Ιατρικό Σύλλογο για τη διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών.


